Ο καιρός περνάει
κι εγώ κλείνομαι όλο και περισσότερο
στο σπίτι
στον εαυτό μου
κι εσύ μονάχα κατέχεις το κλειδί
αυτής της άγριας φυλακής
Τα χρόνια περνάνε κι οι λέξεις λιγοστεύουν
και το χειρότερο δεν είναι να μην έχεις τίποτα να πεις
αλλά να έχεις να πεις πολλά και να μη θέλεις πια
σα να' χεις ένα αόρατο φίμωτρο στο στόμα
που σε πιέζει και σε πνίγει
Να θες να μιλήσεις για έρωτα, αγάπη, ελπίδα
για φως
και να ξέρεις πως είναι σχεδόν βλάσφημο να λερώσεις με χρώματα
το απέραντο μαύρο και την καταχνιά που έχει σκεπάσει πια τα πάντα
Που πήγαν οι ποιητές; αναρωτιέσαι
Να τους κατάπιε άραγε κι αυτούς το ρεύμα της εποχής;
Κι εσύ; Εσύ τι θα απογίνεις που ακόμα και τώρα
θέλεις να μιλάς και να φωνάζεις;
Θα αφεθείς να παρασυρθείς από κρίσεις, υφέσεις και καταστροφές;
Μα ο κόσμος προχωράει και μαζί του αναγκάζεσαι να συμβαδίσεις κι εσύ
Πότε άραγε καταλαβαίνει κανείς πως είναι εντελώς μόνος;
Και πότε θα είναι εντελώς μόνος για πάντα;
Μάλλον όταν κοιτάει γύρω του
κι ενώ βλέπει πληθώρα ανθρώπων, δεν αναγνωρίζει κανέναν
Κι η μοναξιά θα είναι πια γι αυτόν το μόνο αναγνωρίσιμο πρόσωπο..