Η μικρή πατερίτσα πάλι ονειρευόταν. Πόσο θα ήθελε να ήταν πόδι..! Ένα πραγματικό, λειτουργικό πόδι. Θα είχε πατούσα και δάχτυλα και θα μπορούσε να τσαλαβουτά στο νερό, να νιώθει την άμμο, το χαλικάκι ή και το χνούδι της κουβέρτας τα κρύα βράδια. Θα μπορούσε να φοράει κάλτσα και παπούτσι και θα είχε ένα δικό της μπατζάκι να την αγκαλιάζει. Πόσο θα ήθελε να ήταν κι αυτή μέρος ενός σώματος. Να πάψει να είναι ένα ξύλινο δοκάρι, προσωρινά χρήσιμο μονάχα σ' εκείνους που έχουν για λίγο χάσει την ισορροπία τους. Δεν ήτανε η στήριξη το πρόβλημά της, αλλά η προσωρινότητα. Η προσωρινότητα που την έκανε τόσο σημαντική για λίγο και τόσο ασήμαντη για πολύ. Είχε κουραστεί να σηκώνει όλο το βάρος και μετά να φυλάσσεται στη ντουλάπα ή άκομη χειρότερα να κάνει παρέα σε λεμονόκουπες και μπανανόφλουδες. Ήθελε πλέον κι αυτή να ζήσει! Να περπατήσει, να γονατίσει, να έχει για παρέα κάποιο άλλο πόδι, να είναι μέρος ενός συνόλου..
σκέφτομαι πως ίσως κάποια μέρα πάψουν οι σκέψεις και τότε θα ησυχάσω επιτέλους θα μπορώ να σταθώ σ' έναν άδειο σταθμό και δε θα με νοιάζει, γιατί δε θα σκέφτομαι κι έτσι δε θα σκέφτομαι ούτε εσένα και δε θα μου λείπεις
άλλες φορές πάλι σκέφτομαι πως ίσως κάποια μέρα όλα γίνουν άσπρα ή λευκά καλύτερα - το άσπρο είναι σκληρό, το λευκό μεταξένιο κι εγώ ονειρεύομαι να γλιστράω - θα μυρίζει μπουγάδα και χορτάρι όλα θα είναι δροσερά κι απαλά σαν πάπλωμα και δίπλα στο παράθυρο θα διακρίνεται η μορφή σου
και μετά αναρωτιέμαι αν μια μέρα καταφέρω να υπάρχω στα αλήθεια αν μια μέρα ξυπνήσω και τα πόδια μου πατήσουν τη γη το βήμα μου πάψει να είναι μετέωρο κι η ανάσα μου δε βγαίνει πια με δυσκολία