κάποιος μου είπε: "μην αργείς..ίσως να ειν' αυτή η τελευταία βραδυά της γης.."



Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

*AgNO3

Περπατούσα στο δρόμο.
Άλλοτε γρήγορα κι άλλοτε αργά.
Παρατηρούσα τον εαυτό μου,
καθρεφτιζόμουν στις λακούβες.
Έψαχνα να με βρω κάπου, να με κοιτάξω
να με ρωτήσω γιατί, γιατί χάθηκα πάλι;
Μέσα στα λασπόνερα αναζητούσα μια απάντηση.
Μια μόνο απάντηση σε αμέτρητα ερωτήματα.
Έβλεπα το έιδωλό μου θαμπό και λερωμένο,
δε μου αποκρινόταν.
Κι εγώ περπατούσα πάλι γρήγορα.
Και μετά από λίγο σταματούσα πάλι.
Και ξανά η ίδια ερώτηση: "γιατί;"
Το ίδιο επίμονο, επιτακτικό
- και για μια ακόμα φορά αναπάντητο -
"γιατί;"
Και τότε τον είδα.
Στεκόταν εμπρός μου.
Σαν να ήταν πάντα εκεί.
Είχε ένα χρώμα ασημί και διάφανο μαζί.
Έμοιαζε με γυαλί κι ήταν όμορφος..
Πόσο όμορφος!

Μα ήταν και κάποιος άλλος εκεί.
Ακριβώς εκεί, πίσω απο εκείνο το παράξενο τζάμι.
Στεκόταν απέναντί μου
και με κοιτούσε σχεδόν με τόσο θαυμασμό όσο εγώ αυτόν.
Περπάτησα προς το μέρος του
και πλησίασε κι εκείνος.
Τρόμαξα.
Κι έκανα πίσω πάλι.
Κι έκανε κι αυτός.
"Γιατί δεν κοιτάς σωστά"
μου αποκρίθηκε.
"Ψάχνεις μονάχα στα λασπόνερα και περιμένεις να με βρεις;"
Δεν ήξερα τι να του πω.
Μονάχα τον κοιτούσα απορημένα.
"Δε με αναγνώρισες. Το περίμενα."
Και τότε κατάλαβα.
Αυτός ήταν.
Αυτός που έψαχνα τόσο καιρό.
Στεκόταν ολοζώντανος
- ή τουλάχιστον υπαρκτός -
μπροστά στα μάτια μου.
"Είσαι στ' αλήθεια εσύ;", ψιθύρισα.
"Είμαι μονάχα η αντανάκλαση μου.
Ίσως λίγο πιο ευδιάκριτη και καθαρή,
μα δεν πάυω να είμαι ένα καθρέφτισμα.
Αν θέλεις να με βρεις,
κοίτα να καθρεφτίζεσαι στα μάτια εκείνων που αγαπάς.
Όχι σ' εκείνων που σ' αγαπούν.
Μπορεί να σε παραπλανήσουν,
μπορεί να μη με αναγνωρίσεις,
ίσως σου φανώ εκτυφλωτικός.
Είναι που με εξιδανικεύουν καμιά φορά.
Λάθος τους.
Είμαι απλός και συνηθισμένος
- όπως όλοι - όπως κι εσύ.
Αλλά διαφορετικός - όπως όλοι -
όπως κι εσύ.
Μην περιμένεις να σωθείς από μένα.
Μονάχα μαζί θα σωθούμε."

Και τότε έδωσα μια κι έκανα θρύψαλα τον καθρέφτη.




[ποιος να το φανταζόταν ότι κρύβουν τόση έμπνευση οι βρεγμένοι δρόμοι του Ηρακλείου και η συνηθισμένα λασπωμένη καθημερινότητα μας]

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

*incapable

Πλάθω κουλουράκια με τα δυο χεράκια
- να έπλαθα και τη ζωή μου όπως την ήθελα..







[ καίει ο φούρνος ]

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

*same mistake

Μόλις που είχα φτάσει πάνω, ετοιμαζόμουν να βγω στον καθαρό αέρα, πήρα βαθιά ανάσα και ξεπρόβαλα. Μια στιγμή μονάχα γύρισα να κοιτάξω τον ήλιο και τυφλώθηκα. Με ζάλισε το φως του. Και να 'μαι φίλε μου, πάλι στον πάτο στην τρύπας. Φοβάμαι πως έμαθα να ζω στα σκοτάδια. Αιώνια καταδικασμένος τυφλοπόντικας.
Αύριο θα δέσω μια κορδέλα στα μάτια μου και θα ξαναπροσπαθήσω. Αν δε με τυφλώσει ο ήλιος δε θα πέσω, έτσι; Και πάλι όμως τα μάτια μου θα βλέπουν μαύρο, παρόλο που όλα θα είναι λουσμένα στο φως. Ας είναι. Θα θυσιάσω την όραση για τις άλλες τέσσερις αισθήσεις. Έτσι κι αλλιώς τι περισσότερο θα δω με τα μάτια ανοιχτά;
Αύριο λοιπόν. Αύριο θα ξαναπροσπαθήσω.

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

*once again

Τις ξέρω κάτι τέτοιες στιγμές.
Δευτερόλεπτα πριν χάσεις κάτι.

Κάθεσαι παγωμένος - δε κινείσαι,
όσο κι αν θέλεις να φωνάξεις..
Τίποτα
Δεν ακούγεται τίποτα.

Κοινότοπες σκέψεις, κοινότοπες λέξεις.
Αλλά είναι αυτή η παγωμάρα
-τι άσχημη λέξη-
που δε μ' αφήνει να σκεφτώ,
που έχει μουδιάσει τα δάχτυλά μου και με το ζόρι γράφω.
Είναι όλα αυτά, είναι και ο φόβος..




Φοβάμαι μήπως φεύγεις
κι εγώ δεν το έχω καταλάβει..
Κι αν φύγεις, σήμερα ή αύριο ή κάποια μέρα,
τότε ίσως πάρεις μαζί σου και τον ήλιο..
Κι εντάξει, για τον ήλιο δε με νοιάζει.
Προτιμώ τη νύχτα άλλωστε..
Αλλά ξέρεις, αν πάρεις τον ήλιο,
δε θα υπάρχει ούτε φεγγάρι..ούτε αστέρια..
Δεν ξέρω αν στο έχω πει,
αλλά φοβάμαι το σκοτάδι..

[ χαζές σκέψεις
χαζά διατυπωμένες]

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

*a place in the sky

Υπάρχει ένα κάστρο κάπου μακριά
απάνω σε ένα σύννεφο
Έφτιαξα μια σκάλα σήμερα
λέω να ανέβω -
μόνο που είναι λεπτό το σχοινί
δεν ξέρω αν θα μ' αντέξει
Είναι που κουβαλάω πολλά μαζί μου,
πάντα, μα πιο πολύ σήμερα.
Είναι κι εκείνες οι σκέψεις
που κάνουν το φορτίο ασήκωτο.
Κάπως σκοτεινές και μουντές
Μια καταιγίδα στο κεφάλι μου.
Νομίζω πλημμύρισε το μυαλό μου
μούσκεψαν κάποια όνειρα
και κάτι παλιές αναμνήσεις
τις ξέβρασε το νερό
Δεν ήθελα να τα θυμηθώ ξέρεις
Απλά πλησίασες πολύ κοντά
ξεπέρασες τα όρια
έσπασες τα ξόρκια
κακώς, πολύ κακώς.
Βραχυκύκλωσε το σύστημα
έπεσαν οι ασφάλειες
- ανέβηκαν οι ανασφάλειες πάλι -
και με κουράζουν
γιατί δεν έχω χρόνο να μου μιλήσω σήμερα
δεν προλαβαίνω να μου πω "ησύχασε"
δε μπορώ καν να σου ψελλίσω φύγε
Κάηκαν όλες οι λάμπες
- σχεδόν σκοτάδι -
εκτός από μια που
αναβοσβήνει ασθενικά.
Άντε να βρω τώρα τρόπο
να αντικαταστήσω το βολφράμιο
χωρίς να την κάνω θρύψαλα.

Και θέλω να βρω χρόνο
να ανεβώ και σ' εκείνο το σύννεφο
απομακρύνεται και θέλω να το προλάβω
Μη με κρατάς σε παρακαλώ.
Φύγε.
- ορίστε το είπα -