κάποιος μου είπε: "μην αργείς..ίσως να ειν' αυτή η τελευταία βραδυά της γης.."



Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Μερικές φορές


Μερικές φορές περπατάμε σε έναν δρόμο δίχως τέλος. Χωρίς φώτα ή φωτεινά σήματα. Χωρίς φωνές να ακούγονται τριγύρω. Δεν υπάρχουν απλωμένα χέρια πουθενά στη διαδρομή. Και νιώθουμε φόβο για το επόμενο βήμα, αγωνία για τη μοναξιά που θα συναντήσουμε στην επόμενη στροφή.

Μερικές φορές βαδίζουμε στο χείλος του γκρεμού. Χαμογελάμε καθώς κοιτάζουμε με δέος το χάος που δεσπόζει κάτω απ'τα πόδια μας. Και νιώθουμε ελεύθεροι. Ελέυθεροι να πέσουμε ή να μην πέσουμε. Να σωθούμε ή να χαθούμε.


Μερικές φορές θέλουμε να μείνουμε μόνοι. Μα είναι εκείνες φορές που θέλουμε όσο ποτέ άλλοτε ένα χέρι να πιάσει το δικό μας και να σηκώσει τον εαυτό μας από εκείνη τη γωνιά που τον αποθέσαμε.


Μερικές φορές πληγώνουμε αυτούς που αγάπαμε. Τους πληγώνουμε χωρίς να το θέλουμε. Είναι που τους αγαπάμε πολύ και τόση πολλή αγάπη κανείς δε μπορεί να τη χειριστεί σωστά.

Μερικές φορές δεν είμαστε ο εαυτός μας. Τον ντύνουμε με όμορφα ρούχα, τον στολίζουμε και τον περιφέρουμε. Τον κουράζουμε. Τον εξαντλούμε.

Μερικές φορές μιλάμε πολύ. Όταν τα λόγια περιττέυουν. Όταν μονάχα η σιωπή ξέρει να μιλήσει σωστά.

Μερικές φορές μετανιώνουμε.

Μερικές όχι.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Άνθρωποι


Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τα πάντα και δεν είναι ευχαριστημένοι. Θέλουν κι άλλα κι άλλα κι άλλα. Κι αυτό το κάτι ανώτερο που τους τα προσέφερε θυμώνει με την αχαριστία τους και σε μια μικρή στιγμή τους τα παίρνει όλα πίσω. Ή τα κάνει να χάνουν την αξία τους, στέλνοντας τον πόνο να τα σκεπάσει.

Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα. Κι είναι συμβιβασμένοι μ’ αυτό. Δεν προσπαθούν να αποκτήσουν τίποτα, δε μάχονται να γίνουν «πλουσιότεροι». Μα ίσως και να πλουτίζουν μέσα σ’ αυτό το υπαρκτό τίποτα που έχουν περιορίσει τη ζωή τους. Ίσως να βλέπουν την ουσία μα κι ίσως να βλέπουν απλά το τίποτα.

Είναι κι εκείνοι που έχουν μαζέψει σα σπουργιτάκια τη ζωή μες στις καρδιές τους και της έχουν φτιάξει μια φωλιά εκεί να ζεσταίνεται και να μη φοβάται. Την προσέχουν σαν τα μάτια τους. Περπατούν προσεχτικά για να μην τους πέσει και χτυπήσει. Την τυλίγουν με πέπλα για να μην την πληγώνει το φως. Και μια μέρα που πάνε να την ξεσκεπάσουν, δε βρίσκουν τίποτα. Όλα όσα αγωνίστηκαν να συγκεντρώσουν, έχουν χαθεί σαν καπνός.

Υπάρχουν κι άλλοι, που έμαθαν να δίνουν μόνο. Να μην κρατάνε τίποτα για τον εαυτό τους. Να μαζεύουν αγάπη και ζωή μονάχα για να έχουν τη χαρίσουν σε κάποιον άλλο. Για να κάνουν ένα χαμόγελο να ανθίσει. Κι ας μη μένει τίποτα γι’ αυτούς. Κι ας μένουν γεμάτοι πληγές και σημάδια που άφησαν στο διάβα τους όλα εκείνα τα περαστικά ανοιξιάτικα χαμόγελα. Τις αγαπούν αυτές τις πληγές. Τα φροντίζουν αυτά τα σημάδια, να μην τα εξαλείψει ο χρόνος. Δε θέλουν να ξεχνούν.

Κι είναι κι εκείνοι που έμαθαν να αγαπούν τον εαυτό τους. Να μάχονται να τον κάνουν καλύτερο, να μην τον προσφέρουν αλόγιστα ούτε να τον πουλάνε, μα να χαρίζουν ένα κομμάτι σε εκείνες τις μοναδικές ψυχές που το αξίζουν. Είναι αυτοί που έμαθαν να μη ζητούν τίποτα και να προσμένουν τα πάντα. Αυτοί που αγάπησαν τα λάθη τους γιατί ήτανε δικά τους.

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Moments


That’s what we remember, what we keep in mind. Not days, not places, but moments. Some are bad and some are good. Unfortunately, bad moments are much more and they come to you more often than the good ones. And when you’re having a bad moment, you think that nothing’s worth to give it a try and get over it. It is only when you experience an unexpected pleasant moment that you realize that all the sorrow and the sadness you’ve been through really had a reason. A bad situation is actually there to give you the ability to appreciate these very few but beautiful moments.
These moments don’t come when you become rich, or when you buy a new car. They come when you realize that you’re surrounded by some people who truly love you, truly care for you. The smile in their faces is just enough to make your day a little brighter and a hug makes you feel less lonely than ever before. And that’s when your heart doesn’t have enough space for all this happiness and your eyes get full of tears. And suddenly, you cry because you’re feeling full of emotions for these people, who make who you are, remind you who you used to be and love whatever you become. Emotions which you may never be able to express in their whole meaning.. You cry as if you’ve never felt alone in this life, as if you’ve never been hurt by anyone.. As if the world is perfect.
Well, I can tell that moments like these make me stronger and give me the belief that I can make it through any difficulty, I can stand any pain just to be there when they’re gonna happen again. They may be few, but only these make life worth living.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Ιστορία =)

«..Εκείνος της προσέφερε το χέρι του και την κοίταξε στα μάτια. Εκείνη δίστασε.. Μπορούσε να τον εμπιστευτεί? Τα φτερωτά «πρέπει» γύρω της φώναζαν σα δαιμονισμένα να κάνει πίσω, μα οι φωνές τους ελάχιστα έφταναν στα αυτιά της. Εκείνος της υποσχέθηκε να είναι πάντα δίπλα της. Το χέρι του να μην αφήσει ποτέ το δικό της. Της ορκίστηκε πως μέχρι να χαθούν όλα για πάν τα, αυτός θα την κρατούσε σφιχτά κάθε φορά που θα φοβόταν μήπως πέσει. Κι αν έπεφτε, της είπε, ότι εκείνος θα ήταν εκεί για να την σηκώσει από το έδαφος. «Στηρίξου πάνω μου. Θα είμαι εδώ όποτε με χρειάζεσαι. Στα όμορφα και στα άσχημα. Στα δύσκολα και στα εύκολα. Σε όλα. Πάντα..» της είπε. Κι εκείνη..τον πίστεψε. ‘Έπιασε το χέρι του και αφέθηκε. Και έτσι ξεκίνησαν να περπατούν. Μαζί. Περνούσαν μέσα από χαράδρες πόνου και κοιλάδες δυσκολίας, μα τα κατάφερναν. Όποτε κουραζόταν ο ένας, ήταν εκεί ο άλλος για να τον ενθαρρύνει. Κάθε φορά που εκείνη κουραζόταν, αυτός τη βοηθούσε να συνεχίσει. Καμιά φορά τα βράδια, που αυτή φοβόταν το πυκνό σκοτάδι και την φριχτή σιωπή, εκείνος την έπαιρνε αγκαλιά και της διηγούνταν ιστορίες παλιές, ξεχασμένες κι όμορφες.. Κι έτσι συνέχιζαν. Μαζί σε όλα. Ώσπου ήρθε μια μέρα που εκείνη ξυπνώντας δεν τον βρήκε δίπλα της. Τον περίμενε μέρες ολόκληρες και νύχτες ατέλειωτες.. Φώναζε τ’ όνομά του δυνατά, τόσο που αντηχούσαν οι λόφοι της μοναξιάς και σείονταν οι κοιλάδες της προσμονής. Τον έψαξε σε κάθε γωνιά του δάσους των ονείρων κι όμως τίποτα. Καμιά φορά νόμιζε πως τον έβλεπε μπροστά της και έτρεχε χαμογελώντας να τον αγκαλιάσει, μα η σκιά του χάνονταν τόσο ξαφνικά όσο είχε εμφανιστεί. Ώσπου χάθηκε στην προσπάθεια της να τον βρει. Και κατάλαβε πως πλέον ήταν ώρα να συνεχίσει μόνη της. Περπατούσε, περπατούσε, περπατούσε. Στην αρχή κουραζόταν πολύ εύκολα και έπεφτε πολύ συχνά, τόσο που είχαν γεμίσει πληγές τα χέρια και τα γόνατα της, αλλά όσο περνούσε ο καιρός έμαθε να επιβιώνει μόνη της. Μόνο το φόβο της για το σκοτάδι δεν κατάφερε ποτέ να υπερνικήσει.. Εκεί η απουσία του ήταν πάντα πιο αισθητή από ποτέ άλλοτε. Έτρεμε από φόβο και η μοναξιά την τύλιγε σαν πέπλο και την έπνιγε. Συχνά έσπαγε τη σιωπή με λυγμούς που στη συνέχεια όμως ελαττώθηκαν, γιατί τα δάκρυα στα μάτια της στερέψανε..
Μέχρι που μια μέρα, εκεί που περιπλανιόταν στο ξέφωτο της έκπληξης, τον είδε πάλι μπροστά της. Ήταν σίγουρη πως εκείνη τη φορά δεν ήταν η σκιά του..δεν ήταν όνειρο..ήταν εκεί, ολοζώντανος και την κοιτούσε..»

..δικό σας το τέλος, περιμένω γνώμες..

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Can the saviour be for real?

Καθισμένη σε ένα ίντερνετ-καφέ κάπου στην Αλεξανδρούπολη, σκέφτομαι όλα αυτά που έχουν γίνει τις τελευταίες μέρες. Μερικά πράγματα που φέρανε τα πάνω κάτω.. Με ταρακούνησαν και με έκαναν να καταλάβω πως δυστυχώς η καταστάση είναι χειρότερη απ' ό,τι φανταζόμουν. Και δεν αναφέρομαι στην φριχτή ζέστη που επικρατεί σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και μας έχει κάψει, αλλά στην φριχτή κοινωνία που μας έχει βάλει στο καζάνι της και μας ψήνει, μας κατακαίει και μας λιώνει με σκοπό να μας βάλει στα καλούπια, που έχει απο καιρό κατασκευάσει και να μας σερβίρει κάποια στιγμή, άβουλα και καρβουνιασμένα όντα, σε μια πραγματικότητα επίπεδη σαν πιατέλα και με τόσο βάθος νοήματος όσο ένα βαθύ πιάτο σούπας. Στη συνέχεια θα κάτσει στο τραπέζι σαν κυρία και θα αρχίσει να μας τσιμπάει με το πιρούνι της διαφθοράς και να μας κόβει με το μαχαίρι της αδιαφορίας. Ναι, ετοιμάζεται να μας φάει κι όσους δε μπορέσει να τους καταπιεί, θα τους φάει ο σκουπιδοφάγος.
Η κατάσταση νομίζω είναι τραγική. Με όλη την έννοια της λέξης. Ξέρεις, προσπαθούσα μέχρι χτες να είμαι αισιόδοξη. Πίστευα, πραγματικά πίστευα, πως η καλή μας η Ελλάδα κάνει γενναίες προσπάθειες να ανακάμψει και να γίνει καλύτερη, όμως κι αυτή, σαν άλλη αγελάδα, βόσκει κάτω στη λιακάδα. Και τρώει και μασάει και καταπίνει, μικρά χόρτα και μεγάλα, περιμένωντας έτσι απλά να κατεβάσει γάλα. Αλλά αποτέλεσμα μηδέν. Και δεν είναι μόνο η χώρα μας, δεν είναι μόνο η κοινωνία του Ελλαδιστάν, γιατί αυτό είναι η Ελλαδίτσα μας πλέον, που πάσχει. Η κοινωνία των ανθρώπων σε διεθνές επιπέδο χάνει μέρα τη μέρα το νόημα της.
Κι ακούω δεξία κι αριστερά συνέχεια "Ποιος φταίει αγαπητοί πολίτες?".. Μα απάντηση καμία. Μα είναι δυνατόν ποτέ κανείς να βγει και να πει "εγώ φταίω!"..? Υπάρχει τέτοια περίπτωση αποδοχής του λάθους? Δε νομίζω. Κι έτσι απλά συνεχίζουμε να αναρωτιόμαστε. Κι όσο εμείς προσπαθούμε να βρούμε κάποιον να του ρίξουμε το φταίξιμο, τόσο η κοινωνία βάζει ξύλα στη φωτιά.. Ρίχνει κι άλλους στο καζάνι. Κατακρεουργεί και τις πιο αθώες ψυχές. Κι όλο και λιγότεροι μένουν να αγωνίζονται σ'αυτήν την χαμένη από χέρι μάχη..
Κι εγώ είμαι απλά ένα πετραδάκι στο σωρό, αλλά ίσως να καταφέρω κυλώντας να παρασύρω μερικά πετραδάκια ακόμα κι όλοι μαζί να κάνουμε μια μικρή πέτρα. Κι αν συνεχίσουμε σιγά σιγά να κυλάμε μπορεί να γίνουμε μια μέρα μια μεγάλη πέτρα και κάποια στιγμή βράχος. Τότε, με λίγη τύχη, πολλή θέληση και δυνατή φωνή ίσως καταφέρουμε να γκρεμίσουμε το καζάνι και να φωνάξουμε:
"Μαμα πατριδα! Τα χάνεις τα παιδιά σου!"