κάποιος μου είπε: "μην αργείς..ίσως να ειν' αυτή η τελευταία βραδυά της γης.."



Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

*yesterday

Και πες μου γιατί
εκεί που περπατάω ξάφνου πέφτει σκοτάδι
ξάφνου σταματάνε όλα
ήχος κανένας, παρουσία καμιά
Μόνο σκοτάδι
Ή ούτε κι αυτό


Είναι αυτό το κάτι
αυτό που δεν ξέρεις τι συμβαίνει
αυτό που θα ήθελες να ήταν αστείο
αυτό που δε σε νοιάζει, δε σε ενδιαφέρει γιατί
αυτό που θα ήθελες απλά να μην είχε γίνει
Είναι αυτό το κάτι
που κατηγορείς τον εαυτό σου
αυτό που πέρασε και γύρισε
αυτό που περνάει και γυρίζει συνέχεια
αυτό που δε θέλεις να γυρίσεις στο σπίτι γιατί είναι άδειο
αυτό που δε θέλεις να σκέφτεσαι
αυτό που σε πνίγει
αυτό που σε ρίχνει στην άγνοια
ή στην απόγνωση
αυτό που θέλεις να τελειώσει
αυτό που θα ήθελες να μην είχε ξεκινήσει
αυτό που κοιτάς και δε βλέπεις
αυτό.

Αυτό το τίποτα.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

*without

Στο βάθος νομίζω καθόταν।
Στην τελευταία θέση।
Πίσω από τα σκούρα γυαλιά φαίνονταν τα δάκρυα।
Κανείς δεν την κοιτούσε।
Ή σωστότερα: κανείς δεν την έβλεπε।
Το λεωφορείο ήταν γεμάτο।
Κι όμως κανείς δεν έδειχνε να συνειδητοποιεί τη στενοχώρια της।
Όλοι εκείνοι οι άνθρωποι με τα κενά βλέμματα।
Τα άδεια τους πρόσωπα।
Κάθονταν εκεί με τις όμορφες μάσκες τους।

Την κοιτούσα κι εγώ।
Την έβλεπα।
Μου θύμιζε τόσο πολύ εμένα।
Εμένα όπως ήμουν κάποτε।
Μα τι να έκανα;
Την κοιτούσα πίσω από τη μάσκα μου
κι όμως την έβλεπα।
Ίσως να 'ναι που ποτέ δεν τη συνήθισα।
Τη μάσκα εννοώ।
Μου τη φόρεσαν αλλά δεν κατάφεραν και πολλά।
Κι όσο αναρωτιέμαι γιατί τη φοράω
τόσο την πιέζω στο πρόσωπό μου।
Να πάρει το καλούπι του। Να γίνει ένα μ' αυτό।
Κι όλο σπάει στις άκρες
γιατί είμαι απρόσεκτη καμιά φορά।
Και με πληγώνει.
Πονάω। Μου 'πανε μια μέρα θα μάθω να μη νιώθω।
Δε με τρομάζει ο πόνος - με πονάει μάλλον -
μα φοβάμαι πως μια μέρα θα θέλω να τη βγάλω
και δε θα μπορώ।
Θα έχει γεμίζει ουλές το πρόσωπό μου।

Δεν ξέρω ειλικρινά।
Δεν ξέρω τίποτα।
Δεν ξέρω γιατί έρχονται μερικές σκέψεις।
Δεν ξέρω γιατί ενώ οι άλλοι τα κατάφεραν,
εγώ αισθάνομαι ακόμα।
Τι δεν πάει καλά μ' εμένα;

Κάτι θα έχει στραβώσει εκεί μέσα।
Το ξέρω।
Αυτό το ξέρω।
Κάπου έγινε λάθος।
Κάποιο λάθος συστατικό ίσως;
Κάποιο λάθος ξόρκι;
Κάτι σίγουρα δεν ακολουθήθηκε κατά γράμμα।
Κι έτσι έφτασα εδώ।
Να κρατάω το κλειδί στα χέρια μου।
Μα να μην υπάρχει πόρτα να την ξεκλειδώσω।

Κι όλο κάτι συμβαίνει
κι όλο νιώθω।
Και δεν αντέχω άλλο।
Χαμός στο κεφάλι μου।
Και ζαλίζομαι।
Και κρυώνω।
Με μια συνέχεια τρομακτική।

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

*lullaby

Ανοίγει το παράθυρο। Κοιτάει απ' έξω।
Προσπαθεί να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε αυτό το δροσερό αεράκι στο προσωπό της। Σίγουρα πολύ καιρό πριν। Έχει ξεχάσει।
Μα κι όμως θυμάται ξεκάθαρα αυτή τη δροσιά, αυτή τη διαύγεια στο πρώτο φως της μέρας।
Διάφοροι ήχοι φτάνουν στα αυτιά της। Η πόλη ξυπνάει। Κι όμως όλοι κοιμούνται ακόμα। Τι κι αν πέρασαν άλλα εκατό χρόνια। Ο πρίγκιπας δεν ήρθε να τους βγάλει απ' το λήθαργο।
Κλείνει το παράθυρο। Αρκετή ελευθερία για έναν αιώνα, αρκετή।
Γυρίζει πίσω στο κρεβάτι και ξαπλώνει। Κλείνει τα μάτια।
Ξέρει πως όλα περνούν ευκολότερα όταν κοιμάσαι।
Ακριβώς γιατί ο ύπνος σε αποτρέπει να σκεφτείς। Κι όνειρα δε βλέπει πια। Ποιος βλέπει άλλωστε; Αυτά είναι μόνο στα παραμύθια।
Προσπαθεί να καθησυχάσει τον εαυτό της। Εκατό χρόνια ακόμα।
Θα έρθει κάποτε। Κι η κάθε μέρα θα αποκτήσει νόημα।
"Εκατό χρόνια ακόμα" ψιθυρίζει στον εαυτό της γλυκά, σα νανούρισμα, "εκατό χρόνια ακόμα κι όλα θα 'ναι αλλιώς, θα δεις"।

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

*half underwater

Αν ψάχνεις ροδοπέταλα καλύτερα να ψάξεις αλλού.
Εδώ υπάρχουν μόνο αγκάθια.





..τόσο έυκολα νόμιζες πως γίνονται τα θαύματα;

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

*bright

..did it take long to find me?
and are you gonna stay the night?






Περιμένεις. Ίσως να αξίζει.
Φεύγεις. Κερδίζεις χρόνο.
Δεν ξερεις; Ίσως να μάθεις.
Επιμένεις. Νικάς.


..πώς αρκεί ένα χαμόγελο..

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

*seaside


Μια μέρα σαν κι αυτή θα σε πάω εκεί
κι αφού περπατήσουμε στην αμμουδιά
και το θαλασσινό αεράκι μας χαιδέψει τα μαλλιά
και τα κύματα σκάσουν στα πόδια μας
θα βρω ένα κοχύλι
ένα μεγάλο και όμορφο
- σαν κι αυτά που σ' αρέσουν -
και θα στο χαρίσω.
Αν το κοιτάξεις αγνοώντας γιατί,
θα χαθώ μπροστά απ' τα μάτια σου, ξαφνικά.
Αν όμως ψιθυρίσεις τις σωστές λέξεις
θα ξέρω πως ήρθε η ώρα να πετάξουμε μαζί.
Θα ήθελα να ξέρω τις λέξεις αυτές
για να στις ψιθυρίσω στον ύπνο σου
να ξέρεις να τις πεις, να μη χαθώ ποτέ.
Περιμένω τη μέρα που θα έχω τη δύναμη
να σε κερδίσω ή να σε χάσω.
Τότε θα περπατήσουμε ως εκεί μαζί
κι είτε θα φύγουμε πετώντας
είτε..




[τα φτερά μας περιμένουν]

*the kill

Ανασαίνω βαριά.
Μία ανάσα, δυο, τρεις.
Με κόπο.

Δεν το αντέχω άλλο αυτό.
Μία ανάσα.
Εμφανίζεσαι.

Φύγε.
Φύγετε όλοι.
Αφήστε με πια.
Δύο ανάσες.

Δε μπορώ.
Δεν το καταλαβαίνεις;
Τρεις ανάσες.

Φύγε.
Φύγε..
Σε παρακαλώ..

Τελευταία ανάσα.











[κάπου θα με ξαναβρω..]

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

καρυάτιδα*

Πίστεψέ με.
Η απόρριψη είναι χειρότερη από τη μη αποδοχή.




Και νιώθω σαν μαρμάρινο άγαλμα που το χτυπά αλύπητα η όξινη βροχή.

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

*AgNO3

Περπατούσα στο δρόμο.
Άλλοτε γρήγορα κι άλλοτε αργά.
Παρατηρούσα τον εαυτό μου,
καθρεφτιζόμουν στις λακούβες.
Έψαχνα να με βρω κάπου, να με κοιτάξω
να με ρωτήσω γιατί, γιατί χάθηκα πάλι;
Μέσα στα λασπόνερα αναζητούσα μια απάντηση.
Μια μόνο απάντηση σε αμέτρητα ερωτήματα.
Έβλεπα το έιδωλό μου θαμπό και λερωμένο,
δε μου αποκρινόταν.
Κι εγώ περπατούσα πάλι γρήγορα.
Και μετά από λίγο σταματούσα πάλι.
Και ξανά η ίδια ερώτηση: "γιατί;"
Το ίδιο επίμονο, επιτακτικό
- και για μια ακόμα φορά αναπάντητο -
"γιατί;"
Και τότε τον είδα.
Στεκόταν εμπρός μου.
Σαν να ήταν πάντα εκεί.
Είχε ένα χρώμα ασημί και διάφανο μαζί.
Έμοιαζε με γυαλί κι ήταν όμορφος..
Πόσο όμορφος!

Μα ήταν και κάποιος άλλος εκεί.
Ακριβώς εκεί, πίσω απο εκείνο το παράξενο τζάμι.
Στεκόταν απέναντί μου
και με κοιτούσε σχεδόν με τόσο θαυμασμό όσο εγώ αυτόν.
Περπάτησα προς το μέρος του
και πλησίασε κι εκείνος.
Τρόμαξα.
Κι έκανα πίσω πάλι.
Κι έκανε κι αυτός.
"Γιατί δεν κοιτάς σωστά"
μου αποκρίθηκε.
"Ψάχνεις μονάχα στα λασπόνερα και περιμένεις να με βρεις;"
Δεν ήξερα τι να του πω.
Μονάχα τον κοιτούσα απορημένα.
"Δε με αναγνώρισες. Το περίμενα."
Και τότε κατάλαβα.
Αυτός ήταν.
Αυτός που έψαχνα τόσο καιρό.
Στεκόταν ολοζώντανος
- ή τουλάχιστον υπαρκτός -
μπροστά στα μάτια μου.
"Είσαι στ' αλήθεια εσύ;", ψιθύρισα.
"Είμαι μονάχα η αντανάκλαση μου.
Ίσως λίγο πιο ευδιάκριτη και καθαρή,
μα δεν πάυω να είμαι ένα καθρέφτισμα.
Αν θέλεις να με βρεις,
κοίτα να καθρεφτίζεσαι στα μάτια εκείνων που αγαπάς.
Όχι σ' εκείνων που σ' αγαπούν.
Μπορεί να σε παραπλανήσουν,
μπορεί να μη με αναγνωρίσεις,
ίσως σου φανώ εκτυφλωτικός.
Είναι που με εξιδανικεύουν καμιά φορά.
Λάθος τους.
Είμαι απλός και συνηθισμένος
- όπως όλοι - όπως κι εσύ.
Αλλά διαφορετικός - όπως όλοι -
όπως κι εσύ.
Μην περιμένεις να σωθείς από μένα.
Μονάχα μαζί θα σωθούμε."

Και τότε έδωσα μια κι έκανα θρύψαλα τον καθρέφτη.




[ποιος να το φανταζόταν ότι κρύβουν τόση έμπνευση οι βρεγμένοι δρόμοι του Ηρακλείου και η συνηθισμένα λασπωμένη καθημερινότητα μας]