κάποιος μου είπε: "μην αργείς..ίσως να ειν' αυτή η τελευταία βραδυά της γης.."



Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

The moment is passing you by

Φεύγεις. Έτσι ξαφνικά. Φεύγεις κι εγώ στέκομαι. Δεν κάνω τίποτα.
Θέλω να σου φωνάξω " όχι! μέινε! σε χρειάζομαι.."
Μα μου έχουν πει να σκέφτομαι λογικά και πως αν σου πω λόγια τέτοια θα γελάσεις.

Μα φέυγεις! Τι να κάνω; Θεε μου! Τι να κάνω;
Θεε μου.. Δε θέλω να φύγεις. Δεν αντέχω να φύγεις. Πρέπει να στο πω.
Θα στο πω. Θα στο φωνάξω. Θα στο ψιθυρίζω κάθε βράδυ στα όνειρά σου.
Μέχρι να το καταλάβεις.

Όχι..όχι! Δεν πρέπει. Θα καταστρέψω τον εαυτό μου έτσι. Έτσι λένε.
Ωραία και; Δικός μου δεν είναι; Βαρέθηκα μια ζωή να ακολούθω τα πρέπει.
Αν θέλω τον ρίχνω στη φωτιά και τον καίω!

"Αξιοπρέπεια δεν έχεις;" μου λένε. Αξιοπρέπεια; Ναι έχω.
Σέβομαι τα αισθήματα μου. Δεν είναι αξιοπρέπεια αυτό;
Τι να την κάνω την αξιοπρέπεια που μεταφράζεται σε εγωισμό;
"Πρώτα να βάζεις τον εαυτό σου. Κράτα κάτι και για σένα."
Γιατί μήπως θα τα πάρω μάζι μου όταν φύγω από δω;
Να τα κρατήσω να τα κάνω τι; Αισθήματα είναι, δεν είναι λεφτά
να τα βάζουμε στην άκρη για ώρα ανάγκης.

Τη βάζουμε στην άκρη τη ζωή μας; Γι' αυτό την έχουμε;
Για να την αποθηκέυουμε; Κι αν θα τη βγάλεις αύριο απ' το κελάρι
κι έχει πιάσει μούχλα; Τότε τι; Τι θα την κάνεις τότε;
Πες μου!

Κοίτα, για να μη λέμε πολλά. Εγώ θέλω να ζήσω, εντάξει;
Θέλω να ζήσω και τη ζωή μου δεν τη βάζω σε καλούπια.
Θα τη ζήσω όπως θέλω εγώ. Κι αν αυτό σημαίνει ότι θα κάνω λάθη,
ότι θα γεμίσω πληγές και οι αναμνήσεις θα με κυνηγάνε, ωραία το δέχομαι!
Θα έχω ζήσει τουλάχιστον! Θα έχω νιώσει, θα έχω πιστέψει, θα έχω γευτεί τη ζωή.
Τη δική μου ζωή! Αν θέλεις εσύ, κάνε το μυρμυγκάκι. Μάζευε, μάζευε.
Μάζευε κι απόθηκευε. Αισθήματα, λόγια που θα ήθελες να πεις και δεν τα είπες.
Μάζευε τη ζωή σου στο κελάρι. Κλείδωνε την κιόλας μη σου φύγει.
Εγώ θα την τραγούδησω. Θα κάθομαι όλο το καλοκαίρι της ζωής μου
και θα της γράφω τραγούδια. Κι ας πεινάσω το χειμώνα.
Εσύ φιλόφησε την. Εγώ θα την ζήσω.


[ ώρες-ώρες πνίγομαι..]

Κι η αυλαία πέφτει..

Η παράσταση είχε μόλις τελειώσει.
Είχα μείνει πάνω στη σκηνή. Ακίνητη.
Παντού γύρω μου σκόρπια χειροκροτήματα.
Απομεινάρια μιας δόξας που είχε μόλις σβήσει.

Στεκόσουν δυο βήματα μακριά από την έξοδο.
Είχαν όλοι φύγει. Μα εσύ σαν κάτι να περίμενες.
Μια λέξη. Ένα χαμόγελο. Ένα φιλί. Ένα δάκρυ.
Κάτι.

Κατέβηκα απ'τη σκηνή.
Περπάτησα προς το μέρος σου,
σε προσπέρασα αργά
και βγήκα απ' τη ζωή σου.


[έμεινε μόνο ένα παραπονεμένο χαμόγελο..
χάθηκε κι έσβησε πίσω από μια μάσκα..
κι ένα φιλί μετέωρο, ένα φιλί μισό..
και μια ανάσα κομμένη στα δυο..]

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Fragile dreams

Και στάθηκα μονάχα στιγμή λίγο πιο πέρα.
Ήθελα να θαυμάσω εκείνα τα μικρά όνειρα που χόρευαν μες στο δωμάτιο..
Δεν ήθελα μόνο να τ' αγγίξω. Ήθελα να τα κοιτάξω στα μάτια.
Να τα αποτυπώσω στο μυαλό μου.
Να μην τα ξεχάσω ποτέ.
Στεκόσουν κι εσύ εκεί και με κοιτούσες.
Δεν τολμούσα να σε κοιτάξω παράπανω απο μια στιγμή.
Ήσουν το πιο θαμπό όνειρο.
Και φοβόμουν μη σε τυφλώσω με το φως που παίρνουν τα μάτια μου,
κάθε φορά που στρέφονται σε εσένα, και χαθείς.
Στεκόσουν εκεί και μου έλεγες να κλείσω το μάτι στη ζωή.
Να την αγαπήσω, να την ερωτευτώ.
Κι εγώ πού να βρω το θάρρος να σου πω πως τα μάτια μου δεν κλείνουν πια.
Φοβούνται μην χαθούν όλα αυτά τα μικρά όνειρα σε ένα μικρό τρεμόπαιγμα τους.
Κι η καρδιά μου έχει σωπάσει. Προσπαθεί να είναι ήσυχη για να μην τα τρομάξει.
Μη φύγουν. Μη χαθούν.

Και πέρασε η ώρα. Κι εγώ ξεχάστηκα. Κι έμεινα εκεί.
Μερικά από εκείνα τα όνειρα με έβλεπαν εκεί στην άκρη,
να μην παίρνω μέρος στο χορό και τα τραγούδια τους
κι έχαναν λίγη από τη λάμψη τους.
Μα με είχε παραλήσει η ομορφιά τους ξέρεις.
Κι εσύ ακόμα στεκόσουν εκεί. Κι ήσουν το πιο θαμπό όνειρο.
Εκείνο που έτρεμε περισσότερο απο τα άλλα.
Ήθελα να σ' αγγίξω. Πόσο το ήθελα.
Μα είχα μείνει εκεί στην άκρη και μοναχά κοιτούσα.

Εαυτέ μου, θα αργήσεις κι άλλο να γυρίσεις απ' το ταξίδι σου;
Φοβάμαι μην κουραστεί εκείνο το όμορφο, θαμπό όνειρο και φύγει..

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

46ο χιλιόμετρο

Ένα απαλό αεράκι πέρασε χτες βράδυ έξω απ' το παράθυρο σου.
Σου έκλεψε μια βιαστική ανάσα που ξεστράτησε
και την ακούμπησε στο μαγουλό μου.
Κάτι μου ψιθύρησε λίγο πριν μπερδευτεί στα μαλλιά μου
και τρυπώσει από μια χαραμάδα στο κεφάλι μου.
Κι έμεινε εκεί.
Δέθηκε σε ένα κατάρτι στο ναυάγιο του μυαλού μου.
Και αγνοεί κάθε σειρήνα. Νοσοκομειακή ή όχι.
Τραγουδάει δυνατά και δε μ' αφήνει να σκεφτώ.
Αρνείται να φύγει.

Σε περίμενα και χτες.
Εκεί στο 46ο χιλιόμετρο ονείρου κι ουτοπίας.
Περίμενα στιγμές ολόκληρες.
Πέρασαν αμέτρητα όνειρα μπροστά απ'τα μάτια μου.
Άλλα φορτωμένα σε καρότσες, στιβαγμένα το ένα πάνω στ' άλλο,
άλλα καβάλα σε κάποιο στεναγμό
κι άλλα ιππέυοντας κάποια ανάμνηση που ξέφυγε από το κλουβί της.
Κι όλα ήταν όμορφα.
Ήθελα να απλώσω το χέρι μου και να τ' αγγίξω.
Κι ήξερα πως μπορούσα.
Μα με είχε παγώσει η απουσία σου.

Δεν τόλμησες να έρθεις.
Φοβήθηκες μήν έρθεις κι εγώ λείπω;

Κι όμως ούτε για μια στιγμή δεν τόλμησα να φύγω.

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

It's been a long cold winter

Φοβάμαι.
Τρέμω τη μέρα που θα με ξεχάσεις.
Φοβάμαι σου λέω..
Φοβάμαι.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Τίποτα δε χάθηκε

Μη μιλάς
και δε θα μιλώ ούτε εγώ.
Δεν το βλέπεις πως τα λόγια μας πληγώνουν τη σιωπή;

Σκοτάδι.

Φεύγει ο εαυτός μου σήμερα.
Ταξίδι αναψυχής.
Δεν ξέρω αν θα γυρίσει.

Μη λες αντίο
και δε θα πω ούτ' εγώ.
Δεν το βλέπεις πως ο αέρας δε φτάνει για τους δυο;

Σιωπή.

Δε μ'αρέσουν οι λέξεις απόψε.
Είναι ανακατεμένες.
Σαν χαμένες ελπίδες.
Σαν πέταλα που πήρε ο άνεμος.
Να 'ναι κόκκινα; Μπορεί.
Μα ίσως και να 'ναι διάφανα.
Σαν δάκρυα που πέσανε νωρίς.
Σαν όνειρα που δεν τα ονειρεύτηκε κανείς.

Μην κλείνεις τα μάτια
και δεν τα κλείνω ούτ' εγώ.
Δεν το βλέπεις πως οι ανάσες ολοένα λιγοστεύουν;

Πετάνε άραγε οι ψυχές;
Ή μήπως φέυγουν περπατώντας;

Μη φεύγεις
και δε θα φύγω ουτ' εγώ.
Δεν το βλέπεις πως ο κόσμος σβήνει μια στιγμή πιο πέρα;

Δως μου για λίγο τα φτερά σου.
Ή μάλλον όχι.
Δως μου το ένα.
Να μην πετώ χωρίς εσένα.

Μη λες τίποτα
και δε θα πω κι εγώ.
Δεν το βλέπεις πως δεν έμεινε κανείς;

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

maybe I always knew..

Δεν έχω υποσχέσεις
όχι για σένα

φοβάμαι να μιλήσω

μη χαθείς στο θόρυβο
και να σε κοιτάξω.. φοβάμαι.
μη σβήσεις και φύγεις.


δεν ξέρω για το μέτα

μα ούτε για το τώρα.


θα το τολμήσω μια μέρα

θα το ονειρευτώ

και θα στο ψιθυρήσω.

κάποια μέρα..





[ ..το μικρό μου τριαντάφυλλο, το έχεις δει? είναι ομορφο! μα έχει αγκάθια.
πρόσεχε! ..όχι έτσι, πιο απαλά.. χάιδεψε το.
παραπονιέται συχνά ξέρεις.
μα να σου πω ένα μυστικό; ..είναι το πιο όμορφο τριαντάφυλλο του κόσμου!
αλλά σσσσς.. δεν το ξέρει. Κι αυτό το κάνει ξεχωριστό.
Κι ας με τσιμπάει με τα αγκάθια του. Εγώ το αγαπώ.]

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Μερικές φορές


Μερικές φορές περπατάμε σε έναν δρόμο δίχως τέλος. Χωρίς φώτα ή φωτεινά σήματα. Χωρίς φωνές να ακούγονται τριγύρω. Δεν υπάρχουν απλωμένα χέρια πουθενά στη διαδρομή. Και νιώθουμε φόβο για το επόμενο βήμα, αγωνία για τη μοναξιά που θα συναντήσουμε στην επόμενη στροφή.

Μερικές φορές βαδίζουμε στο χείλος του γκρεμού. Χαμογελάμε καθώς κοιτάζουμε με δέος το χάος που δεσπόζει κάτω απ'τα πόδια μας. Και νιώθουμε ελεύθεροι. Ελέυθεροι να πέσουμε ή να μην πέσουμε. Να σωθούμε ή να χαθούμε.


Μερικές φορές θέλουμε να μείνουμε μόνοι. Μα είναι εκείνες φορές που θέλουμε όσο ποτέ άλλοτε ένα χέρι να πιάσει το δικό μας και να σηκώσει τον εαυτό μας από εκείνη τη γωνιά που τον αποθέσαμε.


Μερικές φορές πληγώνουμε αυτούς που αγάπαμε. Τους πληγώνουμε χωρίς να το θέλουμε. Είναι που τους αγαπάμε πολύ και τόση πολλή αγάπη κανείς δε μπορεί να τη χειριστεί σωστά.

Μερικές φορές δεν είμαστε ο εαυτός μας. Τον ντύνουμε με όμορφα ρούχα, τον στολίζουμε και τον περιφέρουμε. Τον κουράζουμε. Τον εξαντλούμε.

Μερικές φορές μιλάμε πολύ. Όταν τα λόγια περιττέυουν. Όταν μονάχα η σιωπή ξέρει να μιλήσει σωστά.

Μερικές φορές μετανιώνουμε.

Μερικές όχι.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Άνθρωποι


Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τα πάντα και δεν είναι ευχαριστημένοι. Θέλουν κι άλλα κι άλλα κι άλλα. Κι αυτό το κάτι ανώτερο που τους τα προσέφερε θυμώνει με την αχαριστία τους και σε μια μικρή στιγμή τους τα παίρνει όλα πίσω. Ή τα κάνει να χάνουν την αξία τους, στέλνοντας τον πόνο να τα σκεπάσει.

Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα. Κι είναι συμβιβασμένοι μ’ αυτό. Δεν προσπαθούν να αποκτήσουν τίποτα, δε μάχονται να γίνουν «πλουσιότεροι». Μα ίσως και να πλουτίζουν μέσα σ’ αυτό το υπαρκτό τίποτα που έχουν περιορίσει τη ζωή τους. Ίσως να βλέπουν την ουσία μα κι ίσως να βλέπουν απλά το τίποτα.

Είναι κι εκείνοι που έχουν μαζέψει σα σπουργιτάκια τη ζωή μες στις καρδιές τους και της έχουν φτιάξει μια φωλιά εκεί να ζεσταίνεται και να μη φοβάται. Την προσέχουν σαν τα μάτια τους. Περπατούν προσεχτικά για να μην τους πέσει και χτυπήσει. Την τυλίγουν με πέπλα για να μην την πληγώνει το φως. Και μια μέρα που πάνε να την ξεσκεπάσουν, δε βρίσκουν τίποτα. Όλα όσα αγωνίστηκαν να συγκεντρώσουν, έχουν χαθεί σαν καπνός.

Υπάρχουν κι άλλοι, που έμαθαν να δίνουν μόνο. Να μην κρατάνε τίποτα για τον εαυτό τους. Να μαζεύουν αγάπη και ζωή μονάχα για να έχουν τη χαρίσουν σε κάποιον άλλο. Για να κάνουν ένα χαμόγελο να ανθίσει. Κι ας μη μένει τίποτα γι’ αυτούς. Κι ας μένουν γεμάτοι πληγές και σημάδια που άφησαν στο διάβα τους όλα εκείνα τα περαστικά ανοιξιάτικα χαμόγελα. Τις αγαπούν αυτές τις πληγές. Τα φροντίζουν αυτά τα σημάδια, να μην τα εξαλείψει ο χρόνος. Δε θέλουν να ξεχνούν.

Κι είναι κι εκείνοι που έμαθαν να αγαπούν τον εαυτό τους. Να μάχονται να τον κάνουν καλύτερο, να μην τον προσφέρουν αλόγιστα ούτε να τον πουλάνε, μα να χαρίζουν ένα κομμάτι σε εκείνες τις μοναδικές ψυχές που το αξίζουν. Είναι αυτοί που έμαθαν να μη ζητούν τίποτα και να προσμένουν τα πάντα. Αυτοί που αγάπησαν τα λάθη τους γιατί ήτανε δικά τους.