κάποιος μου είπε: "μην αργείς..ίσως να ειν' αυτή η τελευταία βραδυά της γης.."



Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Ιστορία =)

«..Εκείνος της προσέφερε το χέρι του και την κοίταξε στα μάτια. Εκείνη δίστασε.. Μπορούσε να τον εμπιστευτεί? Τα φτερωτά «πρέπει» γύρω της φώναζαν σα δαιμονισμένα να κάνει πίσω, μα οι φωνές τους ελάχιστα έφταναν στα αυτιά της. Εκείνος της υποσχέθηκε να είναι πάντα δίπλα της. Το χέρι του να μην αφήσει ποτέ το δικό της. Της ορκίστηκε πως μέχρι να χαθούν όλα για πάν τα, αυτός θα την κρατούσε σφιχτά κάθε φορά που θα φοβόταν μήπως πέσει. Κι αν έπεφτε, της είπε, ότι εκείνος θα ήταν εκεί για να την σηκώσει από το έδαφος. «Στηρίξου πάνω μου. Θα είμαι εδώ όποτε με χρειάζεσαι. Στα όμορφα και στα άσχημα. Στα δύσκολα και στα εύκολα. Σε όλα. Πάντα..» της είπε. Κι εκείνη..τον πίστεψε. ‘Έπιασε το χέρι του και αφέθηκε. Και έτσι ξεκίνησαν να περπατούν. Μαζί. Περνούσαν μέσα από χαράδρες πόνου και κοιλάδες δυσκολίας, μα τα κατάφερναν. Όποτε κουραζόταν ο ένας, ήταν εκεί ο άλλος για να τον ενθαρρύνει. Κάθε φορά που εκείνη κουραζόταν, αυτός τη βοηθούσε να συνεχίσει. Καμιά φορά τα βράδια, που αυτή φοβόταν το πυκνό σκοτάδι και την φριχτή σιωπή, εκείνος την έπαιρνε αγκαλιά και της διηγούνταν ιστορίες παλιές, ξεχασμένες κι όμορφες.. Κι έτσι συνέχιζαν. Μαζί σε όλα. Ώσπου ήρθε μια μέρα που εκείνη ξυπνώντας δεν τον βρήκε δίπλα της. Τον περίμενε μέρες ολόκληρες και νύχτες ατέλειωτες.. Φώναζε τ’ όνομά του δυνατά, τόσο που αντηχούσαν οι λόφοι της μοναξιάς και σείονταν οι κοιλάδες της προσμονής. Τον έψαξε σε κάθε γωνιά του δάσους των ονείρων κι όμως τίποτα. Καμιά φορά νόμιζε πως τον έβλεπε μπροστά της και έτρεχε χαμογελώντας να τον αγκαλιάσει, μα η σκιά του χάνονταν τόσο ξαφνικά όσο είχε εμφανιστεί. Ώσπου χάθηκε στην προσπάθεια της να τον βρει. Και κατάλαβε πως πλέον ήταν ώρα να συνεχίσει μόνη της. Περπατούσε, περπατούσε, περπατούσε. Στην αρχή κουραζόταν πολύ εύκολα και έπεφτε πολύ συχνά, τόσο που είχαν γεμίσει πληγές τα χέρια και τα γόνατα της, αλλά όσο περνούσε ο καιρός έμαθε να επιβιώνει μόνη της. Μόνο το φόβο της για το σκοτάδι δεν κατάφερε ποτέ να υπερνικήσει.. Εκεί η απουσία του ήταν πάντα πιο αισθητή από ποτέ άλλοτε. Έτρεμε από φόβο και η μοναξιά την τύλιγε σαν πέπλο και την έπνιγε. Συχνά έσπαγε τη σιωπή με λυγμούς που στη συνέχεια όμως ελαττώθηκαν, γιατί τα δάκρυα στα μάτια της στερέψανε..
Μέχρι που μια μέρα, εκεί που περιπλανιόταν στο ξέφωτο της έκπληξης, τον είδε πάλι μπροστά της. Ήταν σίγουρη πως εκείνη τη φορά δεν ήταν η σκιά του..δεν ήταν όνειρο..ήταν εκεί, ολοζώντανος και την κοιτούσε..»

..δικό σας το τέλος, περιμένω γνώμες..

1 σχόλιο:

  1. *Όποτε κουραζόταν ο ένας, ήταν εκεί ο άλλος για να τον ενθαρρύνει. Κάθε φορά που εκείνη κουραζόταν, αυτός τη βοηθούσε να συνεχίσει. Καμιά φορά τα βράδια, που αυτή φοβόταν το πυκνό σκοτάδι και την φριχτή σιωπή, εκείνος την έπαιρνε αγκαλιά και της διηγούνταν ιστορίες παλιές, ξεχασμένες κι όμορφες.. Κι έτσι συνέχιζαν. Μαζί σε όλα..*

    την συνέχεια δεν την γράφω γιατί μου έφτανε μέχρι εδώ..
    πολύ όμορφο =)

    ΑπάντησηΔιαγραφή